Κυριακή 25 Απριλίου 2010

Ποίημα 6ο

Σου παροτρύνω να καβαλήσεις
αυτόν τον άνεμο που έχεις μέσα σου
και να πετάξεις ελεύθερα πλέον στα σύννεφα.
Σαν δυο τεράστια χείλη
αυτά τα σύννεφα θα έρθουν
και θα φιλήσουν τις παρυφές του βουνού,
όπως τα χείλη του μωρού
που αγκαλιάζουν το στήθος μιας μάνας…
Και ο ήλιος θα τους χαρίσει
το μοναδικό του δώρο...
Ένα μωβ πέπλο για να καλύψουν τον έρωτα τους...

Κ.Α.ποτε

Ανείπωτη Αλήθεια


Αποφάσισε να βγει έξω με τους φίλους του. Επιστήθιοι όλοι αγαπητοί και πάνω από όλα συνεννοήσιμοι. Καταλάβαιναν τον τρόπο σκέψης του ,σε αρκετό βαθμό, πράγμα που τον γέμιζε γιατί έτσι είχε ένα αποκούμπι στις ψυχεδελικές σκέψεις του που δε φοβόταν να τις εκφράσει κ να τις συζητήσει. Δέκα το βράδυ και η νύχτα κυλούσε στους ίδιους προηγούμενους ρυθμούς θυμίζοντας σε μεγάλο ποσοστό τις προηγούμενες. Αυτό τον κούραζε γιατί ήταν άνθρωπος της εναλλαγής και της δημιουργίας νέων καταστάσεων. Η έλλειψη αυτής ανάγκης του τον έκανε να κατεβάζει τα ποτήρια με το αλκοόλ πιο γρήγορα από τους άλλους. Ήθελε να μη σκέφτεται αυτό που τον χαλάει κ δε μπορεί να το πραγματαποιήσει. Δώδεκα η ώρα και το αλκοόλ σαν γενναίος ιππότης έμπαινε μέσα στο μυαλό του και έκοβε σιγά σιγά τα νήματα της συνειδητής πραγματικότητας. Ένιωθε τις σκέψεις του να τον αφήνουν σε ηρεμία και να νιώθει πιο χαλαρός δίχως ένοχες και ελεύθερος από τις αλυσοδεμένες επιθυμίες του. Δυο το βράδυ και πλέον είναι στο κόσμο του χαμένου υποσυνείδητου. Δε τον νοιάζει ποιος βλέπει τι λέει και τι κάνει. Πρωί… Ξύπνησε μπρούμυτα στο κρεβάτι με πόνους στη λεκάνη. Πρέπει να έπεσε κάπου. Πως ήρθε? Που πήγε κ τι ώρα γύρισε? Με ποιους κατέληξε η νύχτα του? Προσπαθεί να σκεφτεί αλλά το οινόπνευμα του πηρέ όλες τις αναμνήσεις. Αυτό είχε γίνει παρά πολλές φορές στο παρελθόν. Κατάφερε γύρισε ανάσκελα. Πολλές φορές τον είχαν πει ‘’μην πίνεις τόσο’’ . Το ήξερε αλλά δε μπορούσε να τους εξηγήσει το ποσό λίγος ένιωθε . Έτσι ξαπλωμένος στο δωμάτιο ένιωσε ένα τεράστιο κενό στο κεφάλι του. Μια ηρεμία απίστευτα όμορφη που τον έκανε να θυμηθεί τα χρόνια της ανεμελιάς του. 29 χρόνια συναισθηματικού βάρους είχαν εξαφανιστεί και αυτός ένιωθε την πιο όμορφη ηρεμία που είχε ποτέ στη ζωή του. Ήταν ελεύθερος από τα προβλήματα του. Δε θυμόταν να έχει κανένα πρόβλημα. Ένιωσε την ενεργεία του χώρου να τον περιτριγυρίζει και να νιώθει ένα με αυτόν. Έτσι είναι άραγε ο παράδεισος? Η επομένη στιγμή ήταν αυτή που θα ήθελε να μην θυμάται . Άπειρες εικόνες από τις νύχτες που είχε περάσει και είχε χαθεί μέσα τους και δε θυμόταν τα επόμενα πρωινά ηρθαν κατέκλυσαν το μυαλό του. Καταιγισμός εικόνων έντονων που δεν θυμόταν γιατί δεν είχε δει στην ουσία άρχισαν να στοιβάζονται στο μυαλό του. Η μια πάνω στην άλλη αφήνοντας του όμως να βλέπει την κάθε μια καθαρά. Τον είδε να γελάει με την καρδιά του, να φωνάζει , να σπρώχνει, να πειράζει, να μιλαει, να ερωτεύεται , να σιχαίνεται τον εαυτό του, να τον αγαπάει, να τον φτύνει να ξεφτιλίζεται, να ανυψώνεται. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως όλα αυτά είχαν γίνει κ ότι αυτός ήταν το κύριο μέρος των πραγμάτων. Τότε είδε και εκείνα που δεν ήθελε να θυμάται. Αυτά που είχε καταχωνιάσει μέσα του βαθιά . Προσπάθησε να φωνάξει μα δε μπόρεσε. Η κραυγή του σταμάτησε λίγο πριν βγει από το χείλη του. Κρεμάστηκε για λίγο και μετά έπεσε πάλι με φορά μέσα στο λάρυγγα του. Τον έπνιξε. Τα δάκρυα που κατάφεραν να φύγουν από τα μάτια του κύλισαν στη μαγουλογραμη και έσβησαν όπως και αυτός. Το βλέμμα του καρφωμένο στο ταβάνι έλεγες πως είχε εστιάσει κάπου. Αλλά όχι.. στα μάτια του μυαλού του έβλεπε αυτό που δεν ήθελε να δει και είχε κρυψει…. Μονιμα χαραγμένο που ποτέ κανείς δεν έμαθε.